αγίνωτος

[агинотос] εκ. неспелый, неготовый,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγίνωτος" в других словарях:

  • αγίνωτος — αγίνωτος, η, ο και αγένωτος, η, ο 1. αυτός που δεν έγινε ακόμη, ο άφτιαχτος: Οι δουλειές του σπιτιού ήταν όλες αγίνωτες. 2. αυτός που δεν ωρίμασε ακόμη: Το πεπόνι ήταν αγίνωτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγίνωτος — και αγένωτος, η, ο 1. αυτός που δεν μπορεί να γίνει, να συντελεστεί, ανεκτέλεστος, ακατόρθωτος 2. (για φρούτα, σπαρτά κ.λπ.) αυτός που δεν ωρίμασε ακόμα, άγουρος 3. (για ζύμη, κρασί κ.λπ.) αυτός που δεν έχει υποστεί επαρκή ζύμωση 4. (για φαγητά)… …   Dictionary of Greek

  • άγινος — η, ο [γίνομαι] ο αγίνωτος* …   Dictionary of Greek

  • άγουρος — η, ο (Μ το αρσ. ἄγουρος ως ουσ.) (για πρόσωπα) αυτός που δεν ωρίμασε, δεν ενηλικιώθηκε ακόμη, νέος άντρας, παληκάρι νεοελλ. 1. αυτός που δεν πήρε ακόμη την τελική του μορφή, που δεν ολοκληρώθηκε 2. αυτός που δεν ωρίμασε διανοητικά, ανώριμος,… …   Dictionary of Greek

  • άμεστος — η, ο [μεστός] 1. (για καρπούς) αυτός που μέστωσε ακόμη, αγίνωτος, άγουρος 2. (για πρόσωπα) αυτός που δεν έφθασε ακόμη σε σωματική ή πνευματική ωριμότητα, ο σωματικά ή πνευματικά ανώριμος …   Dictionary of Greek

  • ένωμος — ἔνωμος, ον (AM) (για καρπό) άγουρος, αγίνωτος αρχ. 1. ο λίγο ωμός 2. (για ψωμί) μισοψημένος 3. (για οίδημα) κάπως σκληρός, υπόσκληρος …   Dictionary of Greek

  • αγένητος — ἀγένητος, ον (Α) [γενητός] 1. αυτός που δεν έχει δημιουργηθεί, που δεν έχει αρχίσει να υπάρχει, που δεν έχει αρχή, αιώνιος 2. (για πράγματα) αυτός που δεν έχει συμβεί 3. αβάσιμος, αστήρικτος 4. ασυντέλεστος, ημιτελής 5. ο αγίνωτος* …   Dictionary of Greek

  • αγένωτος — η, ο ο αγίνωτος* …   Dictionary of Greek

  • αγούρμαστος — η, ο αυτός που δεν ωρίμασε ακόμη, άγουρος, αγίνωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητικό + γουρμαστός < γουρμάζω < ουρμάζω < ωριμάζω] …   Dictionary of Greek

  • ακάμωτος — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ., 17 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Υπάγεται διοκητικά στον δήμο Κοφινά. * * * η, ο 1. εκείνος που δεν είναι καμωμένος, ο μισοτελειωμένος «δουλειές ακάμωτες», «δρόμος ακάμωτος» 2.… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.